家族団らん
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός ευτυχισμένος οικογενειακός κύκλος, συγκέντρωση της οικογένειας και απόλαυση της συζήτησης, αρμονία μέσα στην οικογένεια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 家族団らんする
- Παρόν (ευγενικό)
- 家族団らんします
- Άρνηση (απλή)
- 家族団らんしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 家族団らんしません
- Παρελθόν (απλό)
- 家族団らんした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 家族団らんしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 家族団らんしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 家族団らんしませんでした
- Τε-μορφή
- 家族団らんして
- Δυνητική
- 家族団らんできる
- Προστακτική
- 家族団らんしろ
- Βουλητική
- 家族団らんしよう
- Υποθετική (ば)
- 家族団らんすれば
- Υποθετική (たら)
- 家族団らんしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 家族団らんしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 家族団らんするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 家族団らんしなさい
- Παθητική
- 家族団らんされる
- Αιτιατική
- 家族団らんさせる