いえけい

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: かけい

  1. 01 ποικιλία ράμεν με ζωμό από κόκαλα χοιρινού και σάλτσα σόγιας

Παραδείγματα

  • 家系いえけいラーメンをべます。

    Θα φάω ramen iekei.

  • わたし家系いえけいラーメンが一番好いちばんすきです。

    Το ramen iekei είναι το αγαπημένο μου.

  • 横浜よこはまには、豚骨とんこつ醤油しょうゆをベースにした家系いえけいラーメンの有名ゆうめいみせがたくさんあります。

    Στη Γιοκοχάμα υπάρχουν πολλά γνωστά μαγαζιά ramen iekei, τα οποία έχουν ως βάση χοιρινό κόκαλο και σάλτσα σόγιας.