ぞう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οικογενειακά κειμήλια, οικοσκευή

Κλίση

Παρόν (απλό)
家蔵する
Παρόν (ευγενικό)
家蔵します
Άρνηση (απλή)
家蔵しない
Άρνηση (ευγενική)
家蔵しません
Παρελθόν (απλό)
家蔵した
Παρελθόν (ευγενικό)
家蔵しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
家蔵しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
家蔵しませんでした
Τε-μορφή
家蔵して
Δυνητική
家蔵できる
Προστακτική
家蔵しろ
Βουλητική
家蔵しよう
Υποθετική (ば)
家蔵すれば