いえにつく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίρνω τον δρόμο για το σπίτι, κατευθύνομαι προς το σπίτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
家路につく
Παρόν (ευγενικό)
家路につきます
Άρνηση (απλή)
家路につかない
Άρνηση (ευγενική)
家路につきません
Παρελθόν (απλό)
家路についた
Παρελθόν (ευγενικό)
家路につきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
家路につかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
家路につきませんでした
Τε-μορφή
家路について
Δυνητική
家路につける
Προστακτική
家路につけ
Βουλητική
家路につこう
Υποθετική (ば)
家路につけば