επίθημα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: いえ , , うち ,

  1. 01 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα σπίτι κάποιου
  2. 02 κατοικία κάποιου