宿やどす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: しゅくす

  1. 01 στεγάζω, φιλοξενώ, περιέχω, τρέφω (π.χ. ένα συναίσθημα), κρατώ (π.χ. δροσιά σε φύλλα)
  2. 02 κυοφορώ (μωρό), είμαι έγκυος
  3. 03 αρχαϊκό παρέχω κατάλυμα, φιλοξενώ, στεγάζω

Παραδείγματα

  • この葉はは朝露あさつゆを宿やどしています。

    Αυτό το φύλλο κρατάει την πρωινή δροσιά.

  • 彼かれの目めには深ふかい悲かなしみを宿やどしていました。

    Τα μάτια του έκρυβαν βαθιά θλίψη.

  • 彼女かのじょは新あたらしい命いのちを宿やどし、母ははとなる喜よろこびと不安ふあんを同時どうじに感かんじていました。

    Εκείνη, που κυοφορούσε μια νέα ζωή, ένιωθε ταυτόχρονα τη χαρά και την αγωνία τού να γίνει μητέρα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
宿す
Παρόν (ευγενικό)
宿します
Άρνηση (απλή)
宿さない
Άρνηση (ευγενική)
宿しません
Παρελθόν (απλό)
宿した
Παρελθόν (ευγενικό)
宿しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
宿さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
宿しませんでした
Τε-μορφή
宿して
Δυνητική
宿せる
Προστακτική
宿せ
Βουλητική
宿そう
Υποθετική (ば)
宿せば