宿やど

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαμένω σε ξενοδοχείο (πανδοχείο κ.λπ.), καταλύω
  2. 02 κάνω κράτηση (σε ξενοδοχείο κ.λπ.), κανονίζω διαμονή

Κλίση

Παρόν (απλό)
宿を取る
Παρόν (ευγενικό)
宿を取ります
Άρνηση (απλή)
宿を取らない
Άρνηση (ευγενική)
宿を取りません
Παρελθόν (απλό)
宿を取った
Παρελθόν (ευγενικό)
宿を取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
宿を取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
宿を取りませんでした
Τε-μορφή
宿を取って
Δυνητική
宿を取れる
Προστακτική
宿を取れ
Βουλητική
宿を取ろう
Υποθετική (ば)
宿を取れば