さびしい

επίθετο | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μοναχικός, έρημος, απομονωμένος

Παραδείγματα

  • わたしさびしいです

    Είμαι μοναχικός/ή.

  • 友達ともだちがいないとさびしいです

    Νιώθω μοναξιά όταν δεν έχω φίλους.

  • 大勢おおぜいひとかこまれていても、ふとさびしさをかんじることがあります。

    Ακόμα κι όταν είμαι περικυκλωμένος/η από πολύ κόσμο, κάποιες φορές νιώθω ξαφνικά μοναξιά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
寂しい
Παρόν (ευγενικό)
寂しいです
Άρνηση (απλή)
寂しくない
Άρνηση (ευγενική)
寂しくないです
Παρελθόν (απλό)
寂しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
寂しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寂しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寂しくなかったです
Τε-μορφή
寂しくて
Υποθετική (ば)
寂しければ