さびしがる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νιώθω την απουσία κάποιου, νοσταλγώ κάτι, νιώθω μοναξιά

Κλίση

Παρόν (απλό)
寂しがる
Παρόν (ευγενικό)
寂しがります
Άρνηση (απλή)
寂しがらない
Άρνηση (ευγενική)
寂しがりません
Παρελθόν (απλό)
寂しがった
Παρελθόν (ευγενικό)
寂しがりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寂しがらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寂しがりませんでした
Τε-μορφή
寂しがって
Δυνητική
寂しがれる
Προστακτική
寂しがれ
Βουλητική
寂しがろう
Υποθετική (ば)
寂しがれば