寄える
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συγκρίνω, παρομοιάζω
- 02 χρησιμοποιώ ως πρόσχημα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 寄える
- Παρόν (ευγενικό)
- 寄えます
- Άρνηση (απλή)
- 寄えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 寄えません
- Παρελθόν (απλό)
- 寄えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 寄えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 寄えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 寄えませんでした
- Τε-μορφή
- 寄えて
- Δυνητική
- 寄えられる
- Προστακτική
- 寄えろ
- Βουλητική
- 寄えよう
- Υποθετική (ば)
- 寄えれば
- Υποθετική (たら)
- 寄えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 寄えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 寄えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 寄えなさい
- Παθητική
- 寄えられる
- Αιτιατική
- 寄えさせる