ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμπεριλαμβάνω, υποδέχομαι, αφήνω κάποιον να εισέλθει
  2. 02 αρχαϊκό πλησιάζω, φέρνω κοντά, αφήνω κάποιον να πλησιάσει

Κλίση

Παρόν (απλό)
寄す
Παρόν (ευγενικό)
寄します
Άρνηση (απλή)
寄さない
Άρνηση (ευγενική)
寄しません
Παρελθόν (απλό)
寄した
Παρελθόν (ευγενικό)
寄しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寄さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寄しませんでした
Τε-μορφή
寄して
Δυνητική
寄せる
Προστακτική
寄せ
Βουλητική
寄そう
Υποθετική (ば)
寄せば