せる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έρχομαι κοντά, αφήνω να πλησιάσει κάποιος
  2. 02 φέρνω κοντά, φέρνω μαζί, συλλέγω, συγκεντρώνω
  3. 03 διαβιβάζω (π.χ. γνώμη, νέα), στέλνω (π.χ. ένα γράμμα), συνεισφέρω, δωρίζω
  4. 04 αφήνω κάποιον να περάσει
  5. 05 προσθέτω (αριθμούς)
  6. 06 τρέφω συναισθήματα για (αγάπη, καλή θέληση, εμπιστοσύνη κ.λπ.)
  7. 07 βασίζομαι προσωρινά, εξαρτώμαι από
  8. 08 χρησιμοποιώ ως πρόφαση
  9. 09 βάζω στην άκρη
  10. 10 πιέζω, σπρώχνω, αναγκάζω
  11. 11 περιλαμβάνω, καλωσορίζω (σε μια ομάδα), αφήνω να μπει

Παραδείγματα

  • 椅子いすせる

    Φέρε την καρέκλα πιο κοντά.

  • みなさんから貴重きちょう意見いけんせられた。

    Συγκεντρώθηκαν πολύτιμες απόψεις από όλους.

  • おおくの人々ひとびとが、あかるい未来みらい期待きたいせています。

    Πολλοί άνθρωποι έχουν μεγάλες προσδοκίες για ένα λαμπρό μέλλον.

Κλίση

Παρόν (απλό)
寄せる
Παρόν (ευγενικό)
寄せます
Άρνηση (απλή)
寄せない
Άρνηση (ευγενική)
寄せません
Παρελθόν (απλό)
寄せた
Παρελθόν (ευγενικό)
寄せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寄せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寄せませんでした
Τε-μορφή
寄せて
Δυνητική
寄せられる
Προστακτική
寄せろ
Βουλητική
寄せよう
Υποθετική (ば)
寄せれば