寄より添そう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλησιάζω, αγκαλιάζω σφιχτά, ακουμπώ κοντά, κουρνιάζω

Παραδείγματα

  • 子供こどもが母親ははおやに寄より添そう。

    Το παιδί κουρνιάζει στη μητέρα του.

  • 辛つらい時とき、友達ともだちがいつも私わたしに寄より添そってくれた。

    Όταν περνούσα δύσκολα, ο φίλος μου ήταν πάντα δίπλα μου.

  • 夫婦ふうふは、どんな困難こんなんがあっても互たがいに寄より添そい、人生じんせいを歩あゆんでいくものだ。

    Ένα ζευγάρι, όσες δυσκολίες κι αν αντιμετωπίσει, πρέπει να παραμένει ενωμένο και να προχωρά μαζί στη ζωή.

Κλίση

Παρόν (απλό)
寄り添う
Παρόν (ευγενικό)
寄り添います
Άρνηση (απλή)
寄り添わない
Άρνηση (ευγενική)
寄り添いません
Παρελθόν (απλό)
寄り添った
Παρελθόν (ευγενικό)
寄り添いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寄り添わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寄り添いませんでした
Τε-μορφή
寄り添って
Δυνητική
寄り添える
Προστακτική
寄り添え
Βουλητική
寄り添おう
Υποθετική (ば)
寄り添えば