寄稿
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 άρθρο (π.χ. σε εφημερίδα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 寄稿する
- Παρόν (ευγενικό)
- 寄稿します
- Άρνηση (απλή)
- 寄稿しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 寄稿しません
- Παρελθόν (απλό)
- 寄稿した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 寄稿しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 寄稿しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 寄稿しませんでした
- Τε-μορφή
- 寄稿して
- Δυνητική
- 寄稿できる
- Προστακτική
- 寄稿しろ
- Βουλητική
- 寄稿しよう
- Υποθετική (ば)
- 寄稿すれば
- Υποθετική (たら)
- 寄稿したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 寄稿したい
- Απαγορευτική (~な)
- 寄稿するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 寄稿しなさい
- Παθητική
- 寄稿される
- Αιτιατική
- 寄稿させる