寄越す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα στέλνω, αποστέλλω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα παραδίδω, δίνω (π.χ. χρήματα)
Παραδείγματα
-
手紙を寄越してください。
Στείλε μου ένα γράμμα.
-
彼が私に情報を寄越してくれた。
Μου έδωσε πληροφορίες.
-
遠方にいる家族へ、近況を伝えるために手紙を寄越すことにした。
Αποφάσισα να στείλω ένα γράμμα στην οικογένειά μου που είναι μακριά, για να τους ενημερώσω για το τι κάνω.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 寄越す
- Παρόν (ευγενικό)
- 寄越します
- Άρνηση (απλή)
- 寄越さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 寄越しません
- Παρελθόν (απλό)
- 寄越した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 寄越しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 寄越さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 寄越しませんでした
- Τε-μορφή
- 寄越して
- Δυνητική
- 寄越せる
- Προστακτική
- 寄越せ
- Βουλητική
- 寄越そう
- Υποθετική (ば)
- 寄越せば
- Υποθετική (たら)
- 寄越したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 寄越したい
- Απαγορευτική (~な)
- 寄越すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 寄越しなさい
- Παθητική
- 寄越される
- Αιτιατική
- 寄越させる