しん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσφορά (σε ναό, ιερό κ.λπ.), δωρεά

Κλίση

Παρόν (απλό)
寄進する
Παρόν (ευγενικό)
寄進します
Άρνηση (απλή)
寄進しない
Άρνηση (ευγενική)
寄進しません
Παρελθόν (απλό)
寄進した
Παρελθόν (ευγενικό)
寄進しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寄進しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寄進しませんでした
Τε-μορφή
寄進して
Δυνητική
寄進できる
Προστακτική
寄進しろ
Βουλητική
寄進しよう
Υποθετική (ば)
寄進すれば