みつりょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παράνομο ψάρεμα (αλιεία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
密漁する
Παρόν (ευγενικό)
密漁します
Άρνηση (απλή)
密漁しない
Άρνηση (ευγενική)
密漁しません
Παρελθόν (απλό)
密漁した
Παρελθόν (ευγενικό)
密漁しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
密漁しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
密漁しませんでした
Τε-μορφή
密漁して
Δυνητική
密漁できる
Προστακτική
密漁しろ
Βουλητική
密漁しよう
Υποθετική (ば)
密漁すれば