ます

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλουτίζω, κάνω κάποιον πλούσιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
富ます
Παρόν (ευγενικό)
富まします
Άρνηση (απλή)
富まさない
Άρνηση (ευγενική)
富ましません
Παρελθόν (απλό)
富ました
Παρελθόν (ευγενικό)
富ましました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
富まさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
富ましませんでした
Τε-μορφή
富まして
Δυνητική
富ませる
Προστακτική
富ませ
Βουλητική
富まそう
Υποθετική (ば)
富ませば