寒々
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χειμωνιάτικος, με πολύ ψυχρή όψη (π.χ. τοπίο)
- 02 ζοφερός (π.χ. δωμάτιο, δρόμος), έρημος, άδειος (από επίπλωση)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 寒々する
- Παρόν (ευγενικό)
- 寒々します
- Άρνηση (απλή)
- 寒々しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 寒々しません
- Παρελθόν (απλό)
- 寒々した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 寒々しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 寒々しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 寒々しませんでした
- Τε-μορφή
- 寒々して
- Δυνητική
- 寒々できる
- Προστακτική
- 寒々しろ
- Βουλητική
- 寒々しよう
- Υποθετική (ば)
- 寒々すれば
- Υποθετική (たら)
- 寒々したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 寒々したい
- Απαγορευτική (~な)
- 寒々するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 寒々しなさい
- Παθητική
- 寒々される
- Αιτιατική
- 寒々させる