かんまい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χειμερινή επίσκεψη σε ιερό

Κλίση

Παρόν (απλό)
寒参りする
Παρόν (ευγενικό)
寒参りします
Άρνηση (απλή)
寒参りしない
Άρνηση (ευγενική)
寒参りしません
Παρελθόν (απλό)
寒参りした
Παρελθόν (ευγενικό)
寒参りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寒参りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寒参りしませんでした
Τε-μορφή
寒参りして
Δυνητική
寒参りできる
Προστακτική
寒参りしろ
Βουλητική
寒参りしよう
Υποθετική (ば)
寒参りすれば