ぐうする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαμένω προσωρινά
  2. 02 υπονοώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
寓する
Παρόν (ευγενικό)
寓します
Άρνηση (απλή)
寓しない
Άρνηση (ευγενική)
寓しません
Παρελθόν (απλό)
寓した
Παρελθόν (ευγενικό)
寓しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寓しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寓しませんでした
Τε-μορφή
寓して
Δυνητική
寓できる
Προστακτική
寓しろ
Βουλητική
寓しよう
Υποθετική (ば)
寓すれば