Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
寝たきり
ねたきり
寝
寝
ね
たきり
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
καθηλωμένος στο κρεβάτι, κλινήρης