だめ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναπλήρωση ύπνου, αποταμίευση ύπνου, εξασφάλιση επιπλέον ύπνου όσο υπάρχει η ευκαιρία

Κλίση

Παρόν (απλό)
寝だめする
Παρόν (ευγενικό)
寝だめします
Άρνηση (απλή)
寝だめしない
Άρνηση (ευγενική)
寝だめしません
Παρελθόν (απλό)
寝だめした
Παρελθόν (ευγενικό)
寝だめしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寝だめしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寝だめしませんでした
Τε-μορφή
寝だめして
Δυνητική
寝だめできる
Προστακτική
寝だめしろ
Βουλητική
寝だめしよう
Υποθετική (ば)
寝だめすれば