寝ねる

ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοιμάμαι (ξαπλωμένος)
  2. 02 πηγαίνω στο κρεβάτι, ξαπλώνω στο κρεβάτι
  3. 03 ξαπλώνω
  4. 04 κοιμάμαι (με κάποιον, δηλαδή έχω σεξουαλική επαφή)
  5. 05 πέφτω επίπεδα (π.χ. για μαλλιά)
  6. 06 μένω αδρανής (για κεφάλαια, μετοχές κ.λπ.)
  7. 07 ζυμώνω (για σάλτσα σόγιας, μίσο κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • もう寝ねます。

    Πάω για ύπνο τώρα.

  • 昨日きのうはぐっすり寝ねました。

    Χθες κοιμήθηκα βαθιά.

  • 日曜日にちようびは、いつもお昼ひるまで寝ねてしまいます。

    Τις Κυριακές, πάντα κοιμάμαι μέχρι το μεσημέρι.

Κλίση

Παρόν (απλό)
寝る
Παρόν (ευγενικό)
寝ます
Άρνηση (απλή)
寝ない
Άρνηση (ευγενική)
寝ません
Παρελθόν (απλό)
寝た
Παρελθόν (ευγενικό)
寝ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寝なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寝ませんでした
Τε-μορφή
寝て
Δυνητική
寝られる
Προστακτική
寝ろ
Βουλητική
寝よう
Υποθετική (ば)
寝れば