寝冷え
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αδιαθεσία (π.χ. κρυολόγημα) που προκαλείται από το κρύωμα κατά τη διάρκεια του ύπνου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 寝冷えする
- Παρόν (ευγενικό)
- 寝冷えします
- Άρνηση (απλή)
- 寝冷えしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 寝冷えしません
- Παρελθόν (απλό)
- 寝冷えした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 寝冷えしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 寝冷えしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 寝冷えしませんでした
- Τε-μορφή
- 寝冷えして
- Δυνητική
- 寝冷えできる
- Προστακτική
- 寝冷えしろ
- Βουλητική
- 寝冷えしよう
- Υποθετική (ば)
- 寝冷えすれば
- Υποθετική (たら)
- 寝冷えしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 寝冷えしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 寝冷えするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 寝冷えしなさい
- Παθητική
- 寝冷えされる
- Αιτιατική
- 寝冷えさせる