寝刃ねたばわす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακονίζω το σπαθί μου
  2. 02 συνωμοτώ, μηχανεύομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
寝刃を合わす
Παρόν (ευγενικό)
寝刃を合わします
Άρνηση (απλή)
寝刃を合わさない
Άρνηση (ευγενική)
寝刃を合わしません
Παρελθόν (απλό)
寝刃を合わした
Παρελθόν (ευγενικό)
寝刃を合わしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寝刃を合わさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寝刃を合わしませんでした
Τε-μορφή
寝刃を合わして
Δυνητική
寝刃を合わせる
Προστακτική
寝刃を合わせ
Βουλητική
寝刃を合わそう
Υποθετική (ば)
寝刃を合わせば