ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κλέβω τον/την σύζυγο κάποιου άλλου, κλέβω τον/την εραστή/ερωμένη κάποιου άλλου

Κλίση

Παρόν (απλό)
寝取る
Παρόν (ευγενικό)
寝取ります
Άρνηση (απλή)
寝取らない
Άρνηση (ευγενική)
寝取りません
Παρελθόν (απλό)
寝取った
Παρελθόν (ευγενικό)
寝取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寝取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寝取りませんでした
Τε-μορφή
寝取って
Δυνητική
寝取れる
Προστακτική
寝取れ
Βουλητική
寝取ろう
Υποθετική (ば)
寝取れば