わすれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοιμάμαι παραπάνω από το κανονικό

Κλίση

Παρόν (απλό)
寝忘れる
Παρόν (ευγενικό)
寝忘れます
Άρνηση (απλή)
寝忘れない
Άρνηση (ευγενική)
寝忘れません
Παρελθόν (απλό)
寝忘れた
Παρελθόν (ευγενικό)
寝忘れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寝忘れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寝忘れませんでした
Τε-μορφή
寝忘れて
Δυνητική
寝忘れられる
Προστακτική
寝忘れろ
Βουλητική
寝忘れよう
Υποθετική (ば)
寝忘れれば