いきをうかがう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ελέγχω αν κάποιος κοιμάται, ακούω την αναπνοή ενός ατόμου που κοιμάται
  2. 02 διαπράττω παράπτωμα ενώ κάποιος κοιμάται

Κλίση

Παρόν (απλό)
寝息をうかがう
Παρόν (ευγενικό)
寝息をうかがいます
Άρνηση (απλή)
寝息をうかがわない
Άρνηση (ευγενική)
寝息をうかがいません
Παρελθόν (απλό)
寝息をうかがった
Παρελθόν (ευγενικό)
寝息をうかがいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寝息をうかがわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寝息をうかがいませんでした
Τε-μορφή
寝息をうかがって
Δυνητική
寝息をうかがえる
Προστακτική
寝息をうかがえ
Βουλητική
寝息をうかがおう
Υποθετική (ば)
寝息をうかがえば