寝ね息いきを立たてる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναπνέω την ώρα που κοιμάμαι

Παραδείγματα

  • 子こどもが寝息ねいきを立たてています。

    Το παιδί αναπνέει στον ύπνο του.

  • 彼かれはソファで寝息ねいきを立たてて熟睡じゅくすいしていました。

    Αυτός κοιμόταν βαθιά στον καναπέ, αναπνέοντας ήσυχα.

  • 静しずかな夜よる、隣となりの部屋へやから小ちいさく寝息ねいきを立たてる音おとが聞きこえ、私わたしは安心あんしんしました。

    Σε μια ήσυχη νύχτα, άκουσα τον ήχο της ήρεμης αναπνοής από το διπλανό δωμάτιο και ένιωσα ανακούφιση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
寝息を立てる
Παρόν (ευγενικό)
寝息を立てます
Άρνηση (απλή)
寝息を立てない
Άρνηση (ευγενική)
寝息を立てません
Παρελθόν (απλό)
寝息を立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
寝息を立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寝息を立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寝息を立てませんでした
Τε-μορφή
寝息を立てて
Δυνητική
寝息を立てられる
Προστακτική
寝息を立てろ
Βουλητική
寝息を立てよう
Υποθετική (ば)
寝息を立てれば