寝ね転ころがる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξαπλώνω, πέφτω κάτω

Παραδείγματα

  • 私わたしはソファに寝転ねころがります。

    Ξαπλώνω στον καναπέ.

  • 疲つかれたので、公園こうえんのベンチに寝転ねころがって少すこし休やすみました。

    Ήμουν κουρασμένος, οπότε ξάπλωσα στον πάγκο του πάρκου και ξεκουράστηκα λίγο.

  • 彼かれは芝生しばふに寝転ねころがって、空そらを見上みあげながら、何時間なんじかんも考かんがえ込こんでいました。

    Ξάπλωσε στο γρασίδι και, κοιτώντας τον ουρανό, σκέφτηκε για ώρες.

Κλίση

Παρόν (απλό)
寝転がる
Παρόν (ευγενικό)
寝転がります
Άρνηση (απλή)
寝転がらない
Άρνηση (ευγενική)
寝転がりません
Παρελθόν (απλό)
寝転がった
Παρελθόν (ευγενικό)
寝転がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寝転がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寝転がりませんでした
Τε-μορφή
寝転がって
Δυνητική
寝転がれる
Προστακτική
寝転がれ
Βουλητική
寝転がろう
Υποθετική (ば)
寝転がれば