ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πέφτω σε βαθύ ύπνο
  2. 02 καθηλώνομαι στο κρεβάτι, μένω κλινήρης

Παραδείγματα

  • 病気びょうき寝込ねこみました

    Άρρωστος, έμεινα κλινήρης.

  • ねつたかくて、しばらく寝込ねこんでいました。

    Είχα υψηλό πυρετό και έμεινα στο κρεβάτι για λίγο.

  • 長期間ちょうきかんにわたる過労かろう原因げんいんで、ついにかれ体調たいちょうくずして寝込ねこんでしまったそうだ。

    Λένε ότι αρρώστησε και έμεινε κλινήρης λόγω της μακροχρόνιας υπερκόπωσης.

Κλίση

Παρόν (απλό)
寝込む
Παρόν (ευγενικό)
寝込みます
Άρνηση (απλή)
寝込まない
Άρνηση (ευγενική)
寝込みません
Παρελθόν (απλό)
寝込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
寝込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寝込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寝込みませんでした
Τε-μορφή
寝込んで
Δυνητική
寝込める
Προστακτική
寝込め
Βουλητική
寝込もう
Υποθετική (ば)
寝込めば