寝首をかく
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποκεφαλίζω κάποιον την ώρα που κοιμάται, δολοφονώ κάποιον ενόσω κοιμάται
- 02 αιφνιδιάζω κάποιον στήνοντάς του παγίδες
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 寝首をかく
- Παρόν (ευγενικό)
- 寝首をかきます
- Άρνηση (απλή)
- 寝首をかかない
- Άρνηση (ευγενική)
- 寝首をかきません
- Παρελθόν (απλό)
- 寝首をかいた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 寝首をかきました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 寝首をかかなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 寝首をかきませんでした
- Τε-μορφή
- 寝首をかいて
- Δυνητική
- 寝首をかける
- Προστακτική
- 寝首をかけ
- Βουλητική
- 寝首をかこう
- Υποθετική (ば)
- 寝首をかけば
- Υποθετική (たら)
- 寝首をかいたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 寝首をかきたい
- Απαγορευτική (~な)
- 寝首をかくな
- Προστακτική (ευγενική)
- 寝首をかきなさい
- Παθητική
- 寝首をかかれる
- Αιτιατική
- 寝首をかかせる