さっ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαντεύω, αισθάνομαι, υποθέτω, κρίνω
  2. 02 συμπάσχω, νιώθω συμπόνια

Κλίση

Παρόν (απλό)
察す
Παρόν (ευγενικό)
察します
Άρνηση (απλή)
察さない
Άρνηση (ευγενική)
察しません
Παρελθόν (απλό)
察した
Παρελθόν (ευγενικό)
察しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
察さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
察しませんでした
Τε-μορφή
察して
Δυνητική
察せる
Προστακτική
察せ
Βουλητική
察そう
Υποθετική (ば)
察せば