察さっ知ち

ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντιλαμβάνομαι, αισθάνομαι, συμπεραίνω, καταλαβαίνω, παίρνω χαμπάρι

Παραδείγματα

  • 危険きけんを察知さっちしました。

    Αντιλήφθηκα τον κίνδυνο.

  • 彼かれはすぐに彼女かのじょの悲しみかなしみを察知さっちした。

    Αντιλήφθηκε αμέσως τη λύπη της.

  • 彼かれは、相手あいての意図いとを素早すばやく察知さっちし、適切てきせつな対応たいおうを取とることができた。

    Κατάφερε να αντιληφθεί γρήγορα τις προθέσεις του άλλου και να ανταποκριθεί κατάλληλα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
察知する
Παρόν (ευγενικό)
察知します
Άρνηση (απλή)
察知しない
Άρνηση (ευγενική)
察知しません
Παρελθόν (απλό)
察知した
Παρελθόν (ευγενικό)
察知しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
察知しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
察知しませんでした
Τε-μορφή
察知して
Δυνητική
察知できる
Προστακτική
察知しろ
Βουλητική
察知しよう
Υποθετική (ば)
察知すれば