寡居
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χήρα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 寡居する
- Παρόν (ευγενικό)
- 寡居します
- Άρνηση (απλή)
- 寡居しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 寡居しません
- Παρελθόν (απλό)
- 寡居した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 寡居しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 寡居しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 寡居しませんでした
- Τε-μορφή
- 寡居して
- Δυνητική
- 寡居できる
- Προστακτική
- 寡居しろ
- Βουλητική
- 寡居しよう
- Υποθετική (ば)
- 寡居すれば
- Υποθετική (たら)
- 寡居したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 寡居したい
- Απαγορευτική (~な)
- 寡居するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 寡居しなさい
- Παθητική
- 寡居される
- Αιτιατική
- 寡居させる