審尋
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ακρόαση, εξέταση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 審尋する
- Παρόν (ευγενικό)
- 審尋します
- Άρνηση (απλή)
- 審尋しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 審尋しません
- Παρελθόν (απλό)
- 審尋した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 審尋しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 審尋しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 審尋しませんでした
- Τε-μορφή
- 審尋して
- Δυνητική
- 審尋できる
- Προστακτική
- 審尋しろ
- Βουλητική
- 審尋しよう
- Υποθετική (ば)
- 審尋すれば
- Υποθετική (たら)
- 審尋したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 審尋したい
- Απαγορευτική (~な)
- 審尋するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 審尋しなさい
- Παθητική
- 審尋される
- Αιτιατική
- 審尋させる