しん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δίκη, ακροαματική διαδικασία

Κλίση

Παρόν (απλό)
審理する
Παρόν (ευγενικό)
審理します
Άρνηση (απλή)
審理しない
Άρνηση (ευγενική)
審理しません
Παρελθόν (απλό)
審理した
Παρελθόν (ευγενικό)
審理しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
審理しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
審理しませんでした
Τε-μορφή
審理して
Δυνητική
審理できる
Προστακτική
審理しろ
Βουλητική
審理しよう
Υποθετική (ば)
審理すれば