ちょうあいこうじてあまにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο αγαπώ το παιδί μου υπερβολικά για το καλό του, αγαπώ την κόρη μου τόσο πολύ ώστε να την κάνω καλόγρια

Κλίση

Παρόν (απλό)
寵愛昂じて尼にする
Παρόν (ευγενικό)
寵愛昂じて尼にします
Άρνηση (απλή)
寵愛昂じて尼にしない
Άρνηση (ευγενική)
寵愛昂じて尼にしません
Παρελθόν (απλό)
寵愛昂じて尼にした
Παρελθόν (ευγενικό)
寵愛昂じて尼にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寵愛昂じて尼にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寵愛昂じて尼にしませんでした
Τε-μορφή
寵愛昂じて尼にして
Δυνητική
寵愛昂じて尼にできる
Προστακτική
寵愛昂じて尼にしろ
Βουλητική
寵愛昂じて尼にしよう
Υποθετική (ば)
寵愛昂じて尼にすれば