すんしんしゃく退たい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ένα βήμα μπροστά και δέκα πίσω, μικρό το κέρδος και μεγάλη η ζημιά

Κλίση

Παρόν (απλό)
寸進尺退する
Παρόν (ευγενικό)
寸進尺退します
Άρνηση (απλή)
寸進尺退しない
Άρνηση (ευγενική)
寸進尺退しません
Παρελθόν (απλό)
寸進尺退した
Παρελθόν (ευγενικό)
寸進尺退しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寸進尺退しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寸進尺退しませんでした
Τε-μορφή
寸進尺退して
Δυνητική
寸進尺退できる
Προστακτική
寸進尺退しろ
Βουλητική
寸進尺退しよう
Υποθετική (ば)
寸進尺退すれば