すんてつひと

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός διατυπώνω ένα καυστικό σχόλιο, πλήττω κάποιον με κοφτερό λόγο (μεταφορικά)

Κλίση

Παρόν (απλό)
寸鉄人を刺す
Παρόν (ευγενικό)
寸鉄人を刺します
Άρνηση (απλή)
寸鉄人を刺さない
Άρνηση (ευγενική)
寸鉄人を刺しません
Παρελθόν (απλό)
寸鉄人を刺した
Παρελθόν (ευγενικό)
寸鉄人を刺しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寸鉄人を刺さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寸鉄人を刺しませんでした
Τε-μορφή
寸鉄人を刺して
Δυνητική
寸鉄人を刺せる
Προστακτική
寸鉄人を刺せ
Βουλητική
寸鉄人を刺そう
Υποθετική (ば)
寸鉄人を刺せば