たい

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ついす

  1. 01 αντικρίζω, είμαι στραμμένος προς κάποιον ή κάτι
  2. 02 κατευθύνομαι προς κάτι (π.χ. το μέλλον), ανταποκρίνομαι σε κάτι, σχετίζομαι με κάτι
  3. 03 υποδέχομαι (πελάτη κ.λπ.)
  4. 04 συγκρίνω με, αντιπαραβάλλω με, είμαι σε αντίθεση με
  5. 05 αντιμετωπίζω, αντιτίθεμαι, ανταγωνίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
対す
Παρόν (ευγενικό)
対します
Άρνηση (απλή)
対さない
Άρνηση (ευγενική)
対しません
Παρελθόν (απλό)
対した
Παρελθόν (ευγενικό)
対しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
対さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
対しませんでした
Τε-μορφή
対して
Δυνητική
対せる
Προστακτική
対せ
Βουλητική
対そう
Υποθετική (ば)
対せば