たい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στέκομαι αντικριστά (π.χ. βουνά, κτίρια), απέναντι
  2. 02 αντιπαράθεση, αναμετρώμαι με (αντιπάλους, στρατούς, δυνάμεις), αντιμετωπίζω, αντιστέκομαι, κρατώ τη θέση μου απέναντι σε

Παραδείγματα

  • かれらは対峙たいじした

    Στάθηκαν αντικριστά.

  • 警察官けいさつかん犯人はんにん対峙たいじした

    Ο αστυνομικός αναμετρήθηκε με τον εγκληματία.

  • 現代社会げんだいしゃかいは、おおくの課題かだい対峙たいじしている。

    Η σύγχρονη κοινωνία αντιμετωπίζει πολλές προκλήσεις.

Κλίση

Παρόν (απλό)
対峙する
Παρόν (ευγενικό)
対峙します
Άρνηση (απλή)
対峙しない
Άρνηση (ευγενική)
対峙しません
Παρελθόν (απλό)
対峙した
Παρελθόν (ευγενικό)
対峙しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
対峙しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
対峙しませんでした
Τε-μορφή
対峙して
Δυνητική
対峙できる
Προστακτική
対峙しろ
Βουλητική
対峙しよう
Υποθετική (ば)
対峙すれば