たいおうわれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατακλύζομαι από αιτήματα, είμαι απασχολημένος με τη διαχείριση ζητημάτων

Κλίση

Παρόν (απλό)
対応に追われる
Παρόν (ευγενικό)
対応に追われます
Άρνηση (απλή)
対応に追われない
Άρνηση (ευγενική)
対応に追われません
Παρελθόν (απλό)
対応に追われた
Παρελθόν (ευγενικό)
対応に追われました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
対応に追われなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
対応に追われませんでした
Τε-μορφή
対応に追われて
Δυνητική
対応に追われられる
Προστακτική
対応に追われろ
Βουλητική
対応に追われよう
Υποθετική (ば)
対応に追われれば