たいおうける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συσχετίζω, αντιστοιχίζω, ταιριάζω, χαρτογραφώ, συσχετίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
対応付ける
Παρόν (ευγενικό)
対応付けます
Άρνηση (απλή)
対応付けない
Άρνηση (ευγενική)
対応付けません
Παρελθόν (απλό)
対応付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
対応付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
対応付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
対応付けませんでした
Τε-μορφή
対応付けて
Δυνητική
対応付けられる
Προστακτική
対応付けろ
Βουλητική
対応付けよう
Υποθετική (ば)
対応付ければ