たいすうをとる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπολογίζω τον λογάριθμο ενός αριθμού

Κλίση

Παρόν (απλό)
対数をとる
Παρόν (ευγενικό)
対数をとります
Άρνηση (απλή)
対数をとらない
Άρνηση (ευγενική)
対数をとりません
Παρελθόν (απλό)
対数をとった
Παρελθόν (ευγενικό)
対数をとりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
対数をとらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
対数をとりませんでした
Τε-μορφή
対数をとって
Δυνητική
対数をとれる
Προστακτική
対数をとれ
Βουλητική
対数をとろう
Υποθετική (ば)
対数をとれば