対たい等とう

ουσιαστικό, επίθετο | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ισότητα (ειδικά κοινωνικής θέσης), επί ίσοις όροις, ισότιμη βάση

Παραδείγματα

  • 私わたしたちは対等たいとうな関係かんけいです。

    Είμαστε σε ισότιμη σχέση.

  • 仕事しごとをする上うえで、誰だれとでも対等たいとうに接せっすることを心こころがけています。

    Στη δουλειά προσπαθώ να φέρομαι σε όλους ως ίσους.

  • 国際社会こくさいしゃかいでは、全すべての国くにが対等たいとうな立場たちばで意見いけんを交換こうかんし、協力きょうりょくし合あうことが重要じゅうようです。

    Στη διεθνή κοινότητα, είναι σημαντικό όλες οι χώρες να ανταλλάσσουν απόψεις και να συνεργάζονται επί ίσοις όροις.