寿ことぶ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγχαίρω, εύχομαι τα καλύτερα

Κλίση

Παρόν (απλό)
寿く
Παρόν (ευγενικό)
寿きます
Άρνηση (απλή)
寿かない
Άρνηση (ευγενική)
寿きません
Παρελθόν (απλό)
寿いた
Παρελθόν (ευγενικό)
寿きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
寿かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
寿きませんでした
Τε-μορφή
寿いて
Δυνητική
寿ける
Προστακτική
寿け
Βουλητική
寿こう
Υποθετική (ば)
寿けば