ふうめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περικλείω, εγκλείω, σφραγίζω μέσα, παγιδεύω
  2. 02 περιορίζω, καταστέλλω, συγκρατώ, θέτω υπό έλεγχο

Κλίση

Παρόν (απλό)
封じ込める
Παρόν (ευγενικό)
封じ込めます
Άρνηση (απλή)
封じ込めない
Άρνηση (ευγενική)
封じ込めません
Παρελθόν (απλό)
封じ込めた
Παρελθόν (ευγενικό)
封じ込めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
封じ込めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
封じ込めませんでした
Τε-μορφή
封じ込めて
Δυνητική
封じ込められる
Προστακτική
封じ込めろ
Βουλητική
封じ込めよう
Υποθετική (ば)
封じ込めれば