ほうずる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ふうずる

  1. 01 ιστορικό παραχωρώ φέουδο σε κάποιον, διορίζω κάποιον άρχοντα μιας περιοχής

Κλίση

Παρόν (απλό)
封ずる
Παρόν (ευγενικό)
封ずます
Άρνηση (απλή)
封ずない
Άρνηση (ευγενική)
封ずません
Παρελθόν (απλό)
封ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
封ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
封ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
封ずませんでした
Τε-μορφή
封ずて
Δυνητική
封ずられる
Προστακτική
封ずろ
Βουλητική
封ずよう
Υποθετική (ば)
封ずれば